Κυριακή 28 Απριλίου 2019

Ο κινηματογράφος ως μέσο προπαγάνδας

Ο κινηματογράφος ως μέσο προπαγάνδας


Οι πιο διάσημες ταινίες των ναζί ήταν πέντε αντισημιτικού περιεχομένου,που γυρίστηκαν κατά παραγγελία του Γκέμπελς το 1939.
Κατά τη διάρκεια του 1930, η κινηματογραφική βιομηχανία ορισμένων χωρών, με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τη Σοβιετική Ενωση, τη Γερμανία και την Ιταλία, πέρασε στον έλεγχο ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Τα καθεστώτα αυτά αντιμετώπισαν τον κινηματογράφο ως μέσο προπαγάνδας και ψυχαγωγίας και συνέχισαν να τον αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο και στη διάρκεια του B' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κρατικός έλεγχος έλαβε διαφορετική μορφή σε κάθε χώρα.
Η κινηματογραφική βιομηχανία στις χώρες που σχημάτισαν τη Σοβιετική Ενωση κρατικοποιήθηκε το 1919, μέσα από ένα κομμουνιστικό καθεστώς που είχε ξεκινήσει από την Οκτωβριανή επανάσταση.
Σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ενωση, το ναζιστικό καθεστώς που ανέβηκε στην εξουσία το 1933 υποστήριξε το καπιταλιστικό σύστημα και έτσι ο ιδιωτικός τομέας της κινηματογραφικής βιομηχανίας δεν πέρασε αμέσως στον έλεγχο του κράτους. Οι ναζί κρατικοποίησαν την κινηματογραφική βιομηχανία εξαγοράζοντας σταδιακά τις εταιρείες. Στη φασιστική Ιταλία η κατάσταση ήταν αρκετά διαφορετική.
Εκεί η κυβέρνηση υποστήριξε την κινηματογραφική βιομηχανία και, παρότι επέβαλε ένα καθεστώς λογοκρισίας, δεν προχώρησε στην κρατικοποίηση της παραγωγής. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα προπαγάνδας από όλα τα παραπάνω ήταν αυτό της ναζιστικής Γερμανίας.

Το ναζιστικό καθεστώς και η κινηματογραφική βιομηχανία

Ο Χίτλερ αγαπούσε ιδιαίτερα τον κινηματογράφο. Καλλιέργησε σχέσεις με ηθοποιούς και σκηνοθέτες και συχνά πρόβαλλε ταινίες στα δείπνα που παρέθετε. Ο κινηματογράφος είχε γοητεύσει ακόμα περισσότερο τον πανίσχυρο υπουργό Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς, που είχε τον έλεγχο των τεχνών.
Ο Γκέμπελς έβλεπε ταινίες καθημερινά και συναναστρεφόταν με ανθρώπους του κινηματογράφου. Το 1934 ανέλαβε τον τομέα της λογοκρισίας και ώς το τέλος του πολέμου εξέταζε προσωπικά κάθε ταινία μεγάλου ή μικρού μήκους και ταινία επικαίρων που γυριζόταν.
Παρά το μίσος του για τον κομμουνισμό, ο Γκέμπελς θαύμαζε την προπαγανδιστική δύναμη του «Θωρηκτού Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αϊζενστάιν και φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ένα δυναμικό κινηματογράφο που θα εξέφραζε τις ναζιστικές ιδέες.
Επιπλέον η σφοδρή αντισημιτική στάση του ναζιστικού κόμματος οδήγησε στην απόπειρα απομάκρυνσης όλων των Εβραίων από την κινηματογραφική βιομηχανία τον Απρίλιο του 1933. Οι ναζί απαγόρευσαν στους Εβραίους να εργάζονται σε οποιαδήποτε κινηματογραφική επιχείρηση, ακόμα και σε γραφεία διανομής ξένων εταιρειών.
Αυτό επέσπευσε την ομαδική φυγή από τη χώρα μιας σειράς ταλαντούχων ανθρώπων του κινηματογράφου, ανάμεσα στους οποίους και οι Mαξ Οφιλς, Μπίλι Γουάιλντερ και Ρόμπερτ Σιόντμακ. Τον Απρίλιο του 1935, η αντισημιτική καμπάνια των ναζί εντάθηκε με την απαγόρευση της προβολής όλων των ταινιών που είχαν γυριστεί πριν το 1933 και στην παραγωγή των οποίων είχαν συμμετάσχει Εβραίοι.
Ο βασικός στόχος του Γκέμπελς να αποκτήσει τον έλεγχο του γερμανικού κινηματογράφου επιτεύχθηκε μέσα από τη σταδιακή κρατικοποίηση της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Οταν οι ναζί ανέβηκαν στην εξουσία, η ανάγκη να αποκτήσουν τον έλεγχο του κινηματογράφου δεν ήταν πιεστική. Ο μεγαλύτερος αριθμός μετοχών της UFA, της κυριότερης εταιρείας παραγωγής, ανήκε στον ακροδεξιό μεγιστάνα των μέσων, Αλφρεντ Χούγκενμπεργκ. Η κρατικοποίηση του κινηματογράφου ολοκληρώθηκε το 1942.
Ολες οι γερμανικές εταιρείες συγκεντρώθηκαν κάτω από μία τεράστια μητρική εταιρεία με την επωνυμία UFA-Film. Η UFA ήταν κάθετα ενοποιημένη και είχε τον έλεγχο 138 εταιρειών σε όλους τους τομείς της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Ταινίες της ναζιστικής περιόδου

Η αποτρόπαια ναζιστική ιδεολογία είναι ο λόγος για τον οποίο πολύ λίγες ταινίες της εποχής είναι γνωστές στο σύγχρονο κοινό εκτός Γερμανίας. Εξαίρεση αποτελούν οι έντονα προπαγανδιστικές ταινίες, όπως το Triumph des Willens (Ο θρίαμβος της θελήσεως) και το Jud Süss, που μελετήθηκαν κυρίως ως ιστορικά ντοκουμέντα της εποχής.
Από τη στιγμή που οι ταινίες έπρεπε να έχουν την έγκριση του Γκέμπελς, δεν μπορούσαν φυσικά να αντιτίθενται στη ναζιστική ιδεολογία.
Ορισμένες από τις πρώτες έντονα προπαγανδιστικές ταινίες εμφανίστηκαν το 1933: SA-Mann Brand, Hans Westmar και Hitlerjunge Quex. Οι ταινίες αυτές εξιδανίκευαν τους ναζί χαρακτήρες με στόχο τη στρατολόγηση οπαδών για λογαριασμό του ναζιστικού κόμματος.
Γυρισμένες λίγο προτού οι ναζί καταλάβουν την εξουσία, απεικονίζουν την εποχή σαν μια περίοδο συνεχούς πάλης μεταξύ των μοχθηρών κομμουνιστών και των ένθερμων νεαρών υποστηρικτών του Χίτλερ.

Επίθεση στους εχθρούς του Ράιχ

Ταινίες που καταφέρονταν εναντίον των εχθρών του Γ' Ράιχ συνέχιζαν να παράγονται σε όλη τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Κάποιες από αυτές στρέφονταν κατά της Μεγάλης Βρετανίας, που αποτελούσε την επιτομή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην οποία αντιτίθετο το ναζιστικό καθεστώς.
Η Σοβιετική Ενωση συνέχισε να αποτελεί προσφιλή στόχο, αφού οι ναζί επιδίωκαν την υποδούλωση και εξολόθρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Μετά την ήττα της Γερμανίας στο Στάλινγκραντ το 1943, μια κρίσιμη καμπή στην πορεία του πολέμου, οι ναζί έπαψαν να ενδιαφέρονται για τη Σοβιετική Ενωση και το είδος των αντισοβιετικών ταινιών εξαφανίστηκε.
Οι πιο διάσημες από τις ταινίες με θέμα τους εχθρούς των ναζί ήταν πέντε ταινίες αντισημιτικού περιεχομένου. Γυρίστηκαν κατά παραγγελία του Γκέμπελς το 1939, λίγο μετά την πρώτη δημόσια δήλωση του Χίτλερ ότι η ολοκληρωτική εξολόθρευση των Εβραίων θα αποτελούσε την τελική λύση στο εβραϊκό ζήτημα.
Ανάμεσα στις ταινίες με την πιο ύπουλη προπαγάνδα ήταν και η ταινία Jud Süß (1940). Ηταν ένα ιστορικό έπος που διαδραματιζόταν τον 18ο αιώνα και βασιζόταν στο στερεότυπο του άρπαγα Εβραίου τοκογλύφου.
Η συγκεκριμένη ιστορία είχε τεράστια επιτυχία και υποκίνησε τη βία εναντίον των Εβραίων. Η ταινία Der ewige Jude (The Eternal Jew, 1940) ήταν ένα ντοκιμαντέρ που εκμεταλλευόταν την ύπαρξη παρόμοιων μύθων για τους Εβραίους.
Στην ταινία οι Εβραίοι παρουσιάζονταν σαν μια φυλή χωρίς πατρίδα και η περιπλάνησή τους στις χριστιανικές χώρες ως υπεύθυνη για την εξάπλωση της διαφθοράς. Πλάνα εξαθλιωμένων κατοίκων του γκέτο της Βαρσοβίας συνοδεύονταν από τη φωνή ενός αφηγητή που κατήγγειλε τους Εβραίους ως φορείς πολλών ασθενειών.
Μετά το 1940, το ναζιστικό μίσος εναντίον των Εβραίων έπαψε να αποτελεί το βασικό θέμα ταινιών και παρουσιαζόταν μόνο σε αποσπασματικές σκηνές, εν μέρει επειδή οι ναζί ήθελαν να αποσπάσουν την προσοχή από τη γενοκτονία που διέπρατταν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Πέντε κινηματογραφικά αριστουργήματα μεγάλης διάρκειας

Με αφορμή το τετράωρο κινηματογραφικό έπος του Χου Μπο, «Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος», το οποίο κυκλοφορεί στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, παρουσιάζουμε πέντε σπουδαίες ταινίες του 21ου αιώνα, οι οποίες έχουν σημείο αναφοράς, το γεγονός ότι η χρονική τους διάρκεια είναι ή υπερβαίνει τις τρεις ώρες θέασης. Από το «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ, μέχρι την «Χειμερία Νάρκη» του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν.
«Dogville» (2003) του Λαρς φον Τρίερ (Δανία, Γερμανία, Γαλλία, Σουηδία, Ιταλία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Φιλανδία, Νορβηγία)
Διάρκεια: 178 λεπτά 
(φωτογραφία άρθρου)
Προσπαθώντας να ξεφύγει από την συμμορία που την κυνηγά, η Γκρέις φθάνει στην μικρή Αμερικανική πόλη Dogville. Ο Τομ, ο φιλόσοφος της πόλης, δέχεται να της παρέχουν καταφύγιο υπό τον όρο ότι θα δουλεύει για τους κατοίκους της πόλης και μετά από δύο εβδομάδες θα ψηφίσουν για το αν θα μείνει ή όχι. Η Γκρέις δέχεται τη συμφωνία. Σύντομα όμως, η θέση της στην πόλη αρχίζει να γίνεται προβληματική.
Η όμορφη φυγάς αναζητά μια καλύτερη συμφωνία. Όμως οι κάτοικοι του Dogville, είναι ανένδοτοι σε αντάλλαγμα του ρίσκου να περιθάλψουν την άμοιρη Γκρέις, η οποία καταλαβαίνει με σκληρό τρόπο ότι σ’ αυτή την πόλη η καλοσύνη είναι σχετική. Αλλά η Γκρέις έχει ένα επικίνδυνο μυστικό. Οι κάτοικοι του Dogville μπορεί να το μετανιώσουν αν κάποτε αποκαλυφθεί.
Μία από τις καλύτερες δημιουργίες της σπουδαίας φιλμογραφίας του Λαρς Φον Τρίερ. Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα αρκετά μινιμαλιστικό σκηνικό, με λεπτές ζωγραφισμένες γραμμές και περιγράμματα. Αν και η συγκεκριμένη πρακτική είναι συνήθης στο μαύρο θέατρο, δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ στον Κινηματογράφο. Αυτή η μορφή δημιουργίας βοηθάει να επικεντρώσει την προσοχή του ο θεατής στην υποκριτική και στην αφήγηση της ιστορίας. Το «Dogville» αποτελεί το πρώτο μέρος της ανολοκλήρωτης τριλογίας USA - Land of Opportunities, που θα συνεχιστεί το 2005, με το «Manderlay».
«Το να προκαλέσεις θεωρώ ότι είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, δεν αποτελεί όμως τη βάση για να κάνεις σημαντική τέχνη και δεν αφορά τη δική μου δουλειά. Αν προκαλώ κάποιον, άλλωστε, αυτός είναι μόνο ο εαυτός μου. Κηρύττω διαρκώς τον πόλεμο σ’ εμένα τον ίδιο, στον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσα, στις προσωπικές μου αξίες. Και επιτίθεμαι σθεναρά στη φιλοσοφία με την οποία με ανέθρεψαν.» - Λαρς φον Τρίερ
Διαβάστε επίσης:
«Αγάπης Έκρηξη» (Love Exposure - 2008) του Σίον Σόνο (Ιαπωνία)
Διάρκεια: 237 λεπτά
Ο νεαρός Γιου είναι Χριστιανός και μεγαλώνει με τον πατέρα του ο οποίος έχει εξελιχθεί σε φανατικό ιερέα μετά τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του και μητέρας του Γιου. Για να μη στεναχωρήσει τον πατέρα του σκαρφίζεται διάφορες «αμαρτίες» ώστε να τον ικανοποιεί κατά τη διάρκεια της καθημερινής εξομολόγησης. Όταν ο πατέρας του καταλάβει πως όλα είναι ψέματα ο Γιου θα αποφασίσει να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερες «σοβαρές» αμαρτίες μπορεί, με μεγαλύτερη όλων τον έρωτα, αναζητώντας παράλληλα τη μία και μοναδική του Μαρία.
Κι αυτό είναι μόνο η αρχή... Θρησκεία, εμμονή, φανατισμός, πεπρωμένο, πολεμικές τέχνες, όλα μπλεγμένα με μοναδικό τρόπο σε ένα ερωτικό έπος που, στις 4 ώρες του μοιάζει πολύ μικρό. Μία ταινία που δεν μοιάζει με καμία άλλη, μία καλοδεχούμενη πρόκληση στις αισθήσεις, ένα πραγματικό επίτευγμα από έναν ιδιαίτερο δημιουργό.
Βραβείο FIPRESCI στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου, για μία ταινία της οποίας ακόμα θυμάμαι την εμπειρία της πρώτη προβολής, όταν είχα την ευκαιρία να την παρακολουθήσω στην Κινηματογραφική Αίθουσα. Ήταν Σεπτέμβριος του 2009 και ο Σίον Σόνο βρίσκεται καλεσμένος στην Αθήνα, για του Αφιέρωμα που έχουν ετοιμάσει στο έργο του, οι 15ες Νύχτες Πρεμιέρας. Μετά την 4ωρη προβολή της ταινίας, ακολούθησε ένα αξέχαστο Q&A, με τον Ιάπωνα σκηνοθέτη σε μεγάλα κέφια.
«Η Χειμερία Νάρκη» (Kis Uykusu / Winter Sleep - 2014) του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν (Τουρκία, Γαλλία, Γερμανία)
Διάρκεια: 196 λεπτά
Ο Αϊντίν (Χαλούκ Μπιλγκινέρ - Haluk Bilginer) - το όνομα του ήρωα της ταινίας, Αϊντίν, σημαίνει διανοούμενος στα τούρκικα - υπήρξε ένας σπουδαίος και δημοφιλής ηθοποιός, που πλέον έχει αποσυρθεί και όντας ευκατάστατος, λειτουργεί ένα μικρό ξενοδοχείο στην κεντρική Ανατολία. Μαζί του μένουν, η νεαρή γυναίκα του Νιχάλ (Μελίσα Σόζεν - Melisa Sözen), με την οποία έχει μια θυελλώδη σχέση και η αδελφή του Νετζλά (Ντεμέτ Ακμπάγκ - Demet Akbag), η οποία υποφέρει λόγω του πρόσφατου διαζυγίου της.
Πλούσιος πλέον ο Αϊντίν, έχει χάσει την επαφή με την πραγματική ζωή και τις δυσκολίες των ανθρώπων γύρω του. Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του ξενοδοχείου του, έχει ως βασικό του μέλημα τα άρθρα του που γράφει για μία μικρή, τοπική εφημερίδα, ενώ θέλει κάποιοι στιγμή να συγγράψει ένα σπουδαίο βιβλίο, σχετικά με την ιστορία του τουρκικού θεάτρου. Οι μόνοι άνθρωποι τους οποίους συναναστρέφεται είναι, ο επιστάτης του, η γυναίκα του και η αδελφή του. Όμως τον χειμώνα, καθώς το χιόνι αρχίζει να πέφτει, το ξενοδοχείο γίνεται καταφύγιο, αλλά κι ένα αναπόδραστο μέρος που οξύνει τις μεταξύ τους έριδες...
Ο σπουδαίος Τούρκος σκηνοθέτης Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, τρία χρόνια μετά το φιλμ του «Κάποτε στην Ανατόλια», επιστρέφει με τη νέα δημιουργία του. Ο λόγος για την υπέροχη ταινία «Χειμερία Νάρκη», που προβλήθηκε στο 67ο Φεστιβάλ των Καννών, κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα. Παρά τη μεγάλη χρονική διάρκεια του φιλμ, η μαγική του φωτογραφία, οι σχεδόν μπεργκμανικοί του διάλογοι και η σπουδαία ερμηνεία του πρωταγωνιστή Χαλούκ Μπιλγκινέρ, αιχμαλωτίζουν τον θεατή, χαρίζοντας του μία μοναδική εμπειρία θέασης.
«Στην ταινία μου δεν αναφέρομαι στην παρούσα πολιτική κατάσταση στην Τουρκία. Η ταινία γυρίστηκε πριν τα γεγονότα του Ιουνίου. Δεν πιστεύω ότι ένας σκηνοθέτης πρέπει ν’ αναφέρεται στη σύγχρονη πραγματικότητα μιας χώρας. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για την παρούσα κατάσταση, θα το κάνω σε τρία χρόνια, αλλά όχι τώρα. Ό,τι συμβαίνει στη χώρα μας κι ό,τι συνέβη τα περασμένα χρόνια είναι εύκολο να εξηγηθεί αν αναλογιστεί κανείς την ανθρώπινη φύση. Αλλά θεωρώ ότι ένας σκηνοθέτης δεν πρέπει να σκέφτεται το παρόν, αλλά να βλέπει τα πράγματα με μια ευρύτερη οπτική. Νομίζω ότι το χρέος ενός σκηνοθέτη διαφέρει από εκείνο ενός δημοσιογράφου. Φυσικά οι σκηνοθέτες μπορεί να επιλέξουν να κάνουν τους δημοσιογράφους, αλλά για μένα ο σκηνοθέτης πρέπει να επικεντρώνεται περισσότερο στην ψυχή του θεατή. Στην Ιαπωνία, όταν κάποιος πεθάνει σε μια διαμάχη, κάποιος από την Κυβέρνηση θα παραιτηθεί. Στην Τουρκία, κανείς δε θα παραιτηθεί σε μια τέτοια περίπτωση. Είναι θέμα διαφορετικής κουλτούρας. Θεωρώ ότι δική μου επιτυχία είναι να δώσω στο κοινό ιδέες, να θρέψω τις ψυχές των θεατών, κι οι θεατές μπορεί να νιώσουν ντροπή για κάποια πράγματα κι αυτό θα είναι επιτυχία της ταινίας. Έτσι, πιστεύω ότι ο σκηνοθέτης πρέπει να δουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση. Εμένα τουλάχιστον, οποιοσδήποτε άλλος τρόπος να κάνω ταινίες δε μου προσφέρει κίνητρο να δουλέψω. Προσπαθώ να καταλάβω περισσότερο την ανθρώπινη ψυχή και πιστεύω ότι γνωρίζουμε λιγότερα για τον άνθρωπο και το πώς δρα πάνω στη Γη, απ’ ό,τι για τον Άρη!» - Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν

Διαβάστε επίσης:
«H Γυναίκα που Εφυγε» (The Woman Who Left - 2016) του Λαβ Ντίαζ (Φιλιπίννες)
Διάρκεια: 226 λεπτά
Εμπνευσμένη από ένα διήγημα του Τολστόι, η ταινία αφηγείται την ιστορία της Χοράσια, μιας γυναίκας που έχει περάσει τα τελευταία τριάντα χρόνια στη φυλακή. Πρώην δασκάλα, περνά τις μέρες της διδάσκοντας άλλες κρατούμενες γραφή και ανάγνωση και δεν περιμένει πια τίποτα από τη ζωή της. Όταν όμως μια άλλη φυλακισμένη ομολογήσει την ενοχή της για το έγκλημα για το οποίο η Χοράσια είχε καταδικαστεί, θα βγει από τη φυλακή και θα αναζητήσει την οικογένειά της.
Ψάχνοντας τον γιο της, θα ανακαλύψει ξανά την πατρίδα της, τις Φιλιππίνες, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και θα συνειδητοποιήσει ότι οι συμπολίτες της ζουν υπό τον τρόμο της διαφθοράς και των απαγωγών. Και σύντομα, η γενναιόδωρη προσωπικότητά της θα διαβρωθεί από μια έντονη επιθυμία για εκδίκηση...
Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός, μοντέρ, διευθυντής φωτογραφίας, συνθέτης, ηθοποιός και ποιητής, ο Λαβ Ντίαζ είναι μια εμβληματική μορφή όχι μόνο του φιλιππινέζικου σινεμά, αλλά της παγκόσμιας κινηματογραφικής σκηνής. Γεννημένος το 1958, έχει σκηνοθετήσει 12 μεγάλου μήκους ταινίες, από το 1998 μέχρι σήμερα, οι οποίες έχουν κερδίσει τα σημαντικότερα βραβεία στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου. Οι ταινίες του, μεγαλειώδεις στις προθέσεις και πολύ συχνά επικές στη διάρκειά τους, αναφέρονται στην ανθρώπινη κατάσταση με αφετηρία τις κοινωνικοπολιτικές ή ιστορικές συνθήκες της χώρας του, αλλά ανυψώνονται στη σφαίρα ενός οικουμενικού κινηματογράφου, μιλώντας με μια συναρπαστική φιλμική, ιδεολογική και συναισθηματική γλώσσα. Το φιλμ τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα, στο 73ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.
«Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος» (Da xiang xi di er zuo / An Elephant Sitting Still - 2018) του Χου Μπο (Κίνα)
Διάρκεια: 234 λεπτά
Κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό μιας ανώνυμης πόλης στη βόρεια Κίνα, οι ζωές κάποιων απελπισμένων ανθρώπων διαπλέκονται στη διάρκεια μίας και μόνο έντονης μέρας, από το ξημέρωμα μέχρι το σούρουπο. H κάμερα τους παρακολουθεί να δραπετεύουν από οικογένειες, αρχές, γκάνγκστερ, σχολείο και κυρίως από την ζοφερή πραγματικότητα της ζωής τους στην μεταβιομηχανική παρακμασμένη πολιτεία, μιας ζωής που κυριαρχείται από την αδιαφορία, τη βία και την απόγνωση. Όλοι τους σκέφτονται τη διαφυγή στο Μανζούλι (μια πόλη στα Κινεζο - Ρωσικά σύνορα). Εκεί, στο μεγάλο τσίρκο, βρίσκεται ένας ελέφαντας που στέκεται διαρκώς ακίνητος, αδιάφορος για την κτηνωδία που κυριαρχεί στον κόσμο.
Τo μνημειώδες, ελεγειακό και βασανισμένο ντεμπούτο του Χου Μπο είναι μια οδυνηρή ιστορία οργής και ομορφιάς, διάρκειας σχεδόν τεσσάρων ωρών. Ήδη, αποτελεί ένα ορόσημο για τον νεότερο Κινεζικό κινηματογράφο (και όχι μόνο), σημαδεμένο από μια τραγωδία: Ο δημιουργός του, αναγνωρισμένος συγγραφέας, σκηνοθέτης μερικών διακεκριμένων φιλμ μικρού μήκους πριν την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και αγαπημένος μαθητής του Μπέλα Ταρ, έδωσε τέλος στη ζωή του μετά την ολοκλήρωση της παραγωγής τον Οκτώβριο του 2017 στα 29 του χρόνια. Το «Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος», παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βερολίνου του 2018.
«Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τα έργα μου μεταφέρουν αρνητικά συναισθήματα παρακμής, κατάθλιψης, απόγνωσης. Θα μπορούσα να τους ζητήσω να αναλογιστούν τον εαυτό τους για ένα μόνο δευτερόλεπτο όταν ξυπνούν, πριν πάνε για ύπνο, όταν γεμίζουν ένα ποτήρι νερό από τον ψύκτη στη δουλειά και τότε θα καταλάβουν ότι βλέπουν τη ζωή μέσα από ροζ γυαλιά. Το μόνο που κάνουν είναι να ποστάρουν τουίτ, να ζουν με ταμπέλες προϊόντων, να συσσωρεύουν εκατοντάδες φωτογραφίες στα κινητά τους περιμένοντας μια ευκαιρία για να τις στείλουν στους άλλους. Ωστόσο, τα πραγματικά πολύτιμα πράγματα βρίσκονται στις ρωγμές του κόσμου κι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη πεσιμιστικό. Αν το κατανοήσουν αυτό, ίσως και να νοιώσουν δέος μπροστά στις αρχές που ορίζουν την ζωή.» - Χου Μπο